Κακοποίηση είναι η άσκηση βίας µε σκοπό την “επιβολή ελέγχου” ή την υποταγή.
Είναι µια επιθετική συµπεριφορά που προκαλεί τραύµα, πόνο, φόβο, δυσφορία, ενοχή και έχει πολλές αρνητικές συνέπειες για το άτοµο που τη δέχεται.
Όταν υπάρχει κακοποίηση υπάρχει και ανισορροπία δυνάµεων ψυχική ή σωµατική. Αυτός που κακοποιεί αισθάνεται ή και είναι πιο ισχυρός από αυτόν που κακοποιείται, ο οποίος νιώθει ανήµπορος να αντιδράσει. Έτσι δηµιουργούνται οι θύτες και τα θύµατα.
Οι µορφές που µπορεί να πάρει η κακοποίηση είναι οι εξής:
- Σωµατική (χτυπήµατα µε το χέρι ή µε τη χρήση αντικειµένων, τσιµπήµατα, τράβηγµα µαλλιών, δαγκώµατα, κλωτσιές, κάψιµο µε αντικείµενα π.χ. τσιγάρο, ακατάλληλες µέθοδοι πειθαρχίας για την ηλικία του παιδιού).
- Συναισθηµατική. Περιλαµβάνει λεκτικές κυρίως συµπεριφορές που πλήττουν την ψυχοσυναισθηµατική ανάπτυξη του παιδιού. Τέτοιου είδους συµπεριφορές θεωρούνται οι φωνές, οι αρνητικοί χαρακτηρισµοί, η έλλειψη στοργής και αγάπης, η δηµιουργία ενοχών, η ταπείνωση, οι απειλές εγκατάλειψης ή βίας.
- Σεξουαλική. Αναφέρεται σε οποιαδήποτε συµπεριφορά που αποβλέπει στη σεξουαλική διέγερση του ενήλικα (επαφή ή διείσδυση µε οποιοδήποτε τρόπο στα γεννητικά όργανα ή τον πρωκτό του παιδιού από ενήλικα ή το αντίστροφο, έκθεση παιδιού σε πορνογραφικό υλικό κ.α.)
- Παραµέληση και έκθεση σε κίνδυνο. Αφορά τη στέρηση του παιδιού από τις βασικές και απαραίτητες για τη διαβίωση και την υγιή του ανάπτυξη ανάγκες. Τέτοιες ανάγκες είναι η σίτιση, η ένδυση, η στέγαση, το καθαρό και υγιές περιβάλλον, η ιατρική φροντίδα, η εκπαίδευση.
- Εκµετάλλευση. Αναφέρεται στη χρησιµοποίηση του παιδιού προς οικονοµικό κυρίως όφελος του ενήλικα. Η παιδική εργασία, επαιτεία ή πορνεία είναι µορφές εκµετάλλευσης.
Εξετάζοντας τα αίτια του φαινοµένου κακοποίησης, θα πρέπει να το δούµε µέσα στο εκάστοτε κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, στο οποίο εµφανίζεται. Αυτό σχετίζεται µε το πόσο ανεκτική και επιτρεπτική είναι µια κοινωνία στην άσκηση βίας ως µέσο πειθαρχίας και διαπαιδαγώγησης του παιδιού.
Οι υποβαθµισµένες µορφωτικές, κοινωνικές και οικονοµικές συνθήκες ενοχοποιούνται για την επιθετική συµπεριφορά, χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι κακοποίηση δε µπορεί να εµφανιστεί και σε ανώτερα κοινωνικά στρώµατα. Από τους βασικότερους αιτιολογικούς παράγοντες θεωρούνται κάποια χαρακτηριστικά της οικογένειας και της προσωπικότητας των γονέων.
Φτωχή επικοινωνία µεταξύ των µελών της οικογένειας, δυσλειτουργικές σχέσεις, διαζύγια έντονης αντιδικίας, δύσκολες συνθήκες επιβίωσης είναι µερικοί από τους παράγοντες που σχετίζονται µε την οικογένεια. Όσον αφορά τους γονείς, αυτοί στις περισσότερες περιπτώσεις είναι άτοµα που και τα ίδια έχουν βιώµατα κακοποίησης ή αποστέρησης κατά την παιδική τους ηλικία.
Συχνά έχουν ψυχιατρικά προβλήµατα, εγκληµατικό παρελθόν και διαταραχές προσωπικότητας. Ως γονείς έχουν δυσκολία να ταυτιστούν µε το ρόλο τους, έχουν υπερβολικές προσδοκίες από το παιδί τους και προβάλουν σε αυτό δικά τους συναισθήµατα και σκέψεις. Επίσης είναι ελάχιστα ανεκτικοί σε ερεθίσµατα που προέρχονται από το παιδί (π.χ. δεν αντέχουν το κλάµα του µωρού).
Σηµαντικό ρόλο µπορεί να παίξουν και παράγοντες που αφορούν το ίδιο το παιδί, όπως για παράδειγµα το εάν ήταν ένα επιθυµητό ή όχι παιδί, το εάν έχει κάποιο χρόνιο νόσηµα, νοητική υστέρηση ή κάποια άλλη διαταραχή. Για να γίνει διάγνωση της κακοποίησης απαιτούνται ιατρικές εξετάσεις, παιδοψυχιατρική αξιολόγηση, ένα πλήρες κοινωνικό ιστορικό και παρατήρηση της συµπεριφοράς του ίδιου του παιδιού.
Η κλινική εικόνα ενός κακοποιηµένου παιδιού περιλαµβάνει εξωτερικές και εσωτερικές κακώσεις. Εξωτερικά εµφανίζονται µώλωπες, εκδορές, εγκαύµατα, εικόνες υποσιτισµού και καθυστέρηση της ανάπτυξης. Εσωτερικά υπάρχουν κατάγµατα, κακώσεις των ζωτικών οργάνων και εσωτερική αιµορραγία. Οι σηµαντικότερες όµως επιπτώσεις της κακοποίησης είναι στην ψυχική υγεία του παιδιού.
Η παρέµβαση σε περιπτώσεις κακοποίησης αρχίζει από τη στιγµή που θα γίνει η καταγγελία ή που κάποιος θα απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό. Η βασική προτεραιότητα είναι η προστασία του θύµατος µε κάθε τρόπο, ακόµα και µε την αποµάκρυνση του από το κακοποιητικό περιβάλλον.
Στην περίπτωση των παιδιών συνήθως προτείνεται νοσηλεία για µερικές µέρες όπου θα γίνουν και όλες οι απαραίτητες εξετάσεις και µετά η οµάδα των ειδικών θα αποφασίσει εάν το παιδί θα γυρίσει σπίτι του ή θα πάει σε ίδρυµα, σε ανάδοχη οικογένεια ή θα δοθεί για υιοθεσία. Σε περίπτωση που το παιδί επιστρέψει σπίτι απαραίτητη είναι η συνεχής επίβλεψη της οικογένειας και η συχνή επανεκτίµηση της κατάστασης.
Η κινητοποίηση του κοινωνικού περιβάλλοντος (συγγενείς, γειτονιά, σχολείο, τοπικές υπηρεσίες) µπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην προστασία του παιδιού.