«Η βία κατά των γυναικών είναι ίσως η πιο επαίσχυντη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν κάνει διαχωρισμό μεταξύ συνόρων, πολιτισμών ή πλούτου. Όσο συνεχίζεται, δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι κάνουμε ουσιαστική πρόοδο προς την ισότητα, την ανάπτυξη και την ειρήνη».
Ο ορισμός της βίας κατά των γυναικών αντιστοιχεί στον ορισμό που υιοθετήθηκε το 1995 στην 4η Παγκόσμια Διάσκεψη Γυναικών.
Η βία κατά των γυναικών είναι η έκφραση της ιστορικά διαπιστωμένης ανισότητας στις σχέσεις ισχύος μεταξύ ανδρών και γυναικών που οδήγησε στην κυριαρχία των ανδρών επί των γυναικών και στις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, με αποτέλεσμα τη παρεμπόδιση της ανάπτυξής τους.
Επομένως, ο όρος βία περιλαμβάνει:
- Τη βία μέσα στην οικογένεια (ενδοοικογενειακή βία)
• Τη βία γενικά μέσα στην κοινωνία (βιασμός, σεξουαλική κακοποίηση, σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία, trafficking/σωματεμπορία).
H βία κατά των γυναικών είναι μεγάλος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και σημαντική αιτία θανάτου και αναπηρίας για τις γυναίκες 16-44 ετών. Σε αναφορά της Παγκόσμιας Τράπεζας εκτιμάται ότι η βία κατά των γυναικών ήταν τόσο σοβαρή αιτία θανάτου και ανικανότητας μεταξύ των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας όσο ο καρκίνος. Πρόκειται για φαινόμενο διαδεδομένο σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης, το βαθμό πολιτικής σταθερότητας, το πολιτισμό ή τη θρησκεία.
Αναφέρουμε τους κυριότερους νόμους που η ελληνική νοµοθεσία διαθέτει προκειμένου να ρυθµίζει και αντιµετωπίζει τη βία κατά των γυναικών:
1• Νόµος 1419/1984 βάσει του οποίου ορίζεται ως κακούργηµα το έγκληµα του βιασμού. Με το νόµο αυτό καθιερώθηκε η αυτεπάγγελτη δίωξη για το έγκληµα του
βιασµού.
2• Το 2002 ψηφίστηκε στη χώρα µας ο Nόµος 3064, «Για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, των εγκληµάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της πορνογραφίας ανηλίκων και γενικότερα της οικονοµικής εκµετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και αρωγή στα θύµατα των πράξεων αυτών». Το άρθρο 8 του νόµου αυτού ποινικοποιεί τη σωµατεµπορία, ενώ το άρθρο 12 παρ. 1, προβλέπει τη σύσταση Προεδρικού ∆ιατάγµατος για τη ρύθµιση των θεµάτων που αφορούν την αρωγή προς τα θύµατα.
3• Επίσης, υπάρχει από 27/11/91 η Σύσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία γυναικών και ανδρών κατά την εργασία και η νοµολογία που έχει
διαµορφωθεί µετά τις καταδικαστικές αποφάσεις δικαστηρίων σε βάρος εργοδοτών που παρενόχλησαν σεξουαλικά υπαλλήλους τους.
4• Υπάρχει ο Νόµος 3488/2006 – ΦΕΚ 191/Α’/11.9.2006 που προβλέπει την εφαρµογή της αρχής της ίσης µεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον
αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελµατική εκπαίδευση και ανέλιξη, στους όρους και στις συνθήκες εργασίας και άλλες συναφείς διατάξεις.
5• Νόµος 3500/2006 για την αντιµετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.
Για τον παρόντα νόµο θεωρείται:
- i) ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος µέλους της οικογένειας, σύµφωνα µε τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Ποινικού Κώδικα
- ii) α) οικογένεια ή κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθµού εξ αίµατος ή εξ αγχιστείας και τα εξ
υιοθεσίας τέκνα τους
β) στην οικογένεια περιλαµβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίµατος ή εξ αγχιστείας µέχρι τετάρτου βαθµού και πρόσωπα των οποίων
επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί µέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια
γ) οι διατάξεις αυτού του νόµου εφαρµόζονται και στην µόνιµη σύντροφο του άνδρα ή στον µόνιµο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, ως και στους τέως
συζύγους.
Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί τεκµήριο κλονισµού του γάµου. Στα πληµµελήµατα ενδοοικογενειακής βίας ο αρµόδιος για την άσκηση
ποινικής δίωξης εισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα διαµεσολάβησης
Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαµεσολάβησης είναι η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ µέρους του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήµατος, ότι είναι πρόθυµο σωρευτικά:
α) να υποσχεθεί ότι δεν θα τελέσει στο µέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιµής) και ότι σε περίπτωση συνοίκησης δέχεται
να µείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστηµα, εάν το προτείνει το θύµα.
β) να παρακολουθήσει ειδικό συµβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραµµα για την αντιµετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δηµόσιο φορέα, σε όποιον τόπο
και για όσο χρονικό διάστηµα κρίνεται τούτο αναγκαίο από τους αρµόδιους θεραπευτές. Ο υπεύθυνος του προγράµµατος πιστοποιεί την ολοκλήρωση της
παρακολούθησης του. Το σχετικό πιστοποιητικό επισυνάπτεται στο φάκελο της δικογραφίας. Αναφέρονται δε σ’ αυτό αναλυτικά, το αντικείµενο του
συµβουλευτικού – θεραπευτικού προγράµµατος και ο αριθµός των συνεδριών που παρακολούθησε ο ενδιαφερόµενος.
γ) να άρει ή να αποκαταστήσει εφόσον είναι δυνατόν αµέσως τις συνέπειες που προκλήθηκαν απ’ την πράξη και να καταβάλει εύλογη χρηµατική
ικανοποίηση στον παθόντα.
Αν το θύµα της ενδοοικογενειακής βίας είναι ανήλικος, η ποινική διαµεσολάβηση ενεργείται υπέρ αυτού και από κοινού από τον κατά τόπον αρµόδιο εισαγγελέα ανηλίκων και τον ασκούντα την επιµέλεια, εφόσον αυτός δεν είναι το ίδιο πρόσωπο µε τον φερόµενο ως δράστη του εγκλήµατος. Αν δεν υπάρξει οµοφωνία, η διαµεσολάβηση δεν είναι δυνατή. Ο ανήλικος που έχει συµπληρώσει το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του, µπορεί εφόσον το επιθυµεί να παρίσταται κατ’ αυτήν και να ακούγεται.
Οι σχετικές µε την ποινική διαµεσολάβηση διατάξεις δεν εφαρµόζονται, αν ο φερόµενος ως δράστης της πράξεως ενδοοικογενειακής βίας είναι επίτροπος, δικαστικός συµπαραστάτης ή ανάδοχος γονέας του ανηλίκου.
Η συµφωνία των διαδίκων για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαµεσολάβησης ισχύει ως συµβιβασµός ως προς τις χρηµατικές αξιώσεις από το έγκληµα ενδοοικογενειακής βίας. Μόνη η συµφωνία του παθόντος συζύγου για την έναρξη της διαδικασίας δεν εµποδίζει την άσκηση αγωγής διαζυγίου ή την υποβολή αιτήσεως συναινετικής λύσεως του γάµου, την πρόοδο της δίκης και τη λύση του γάµου.
Η εντός τριετίας από την αρχειοθέτηση της υπόθεσης µη συµµόρφωση του φερόµενου ως δράστη προς τους όρους της ποινικής διαµεσολάβησης παρέχει
στο θύµα του εγκλήµατος ενδοοικογενειακής βίας το δικαίωµα να ζητήσει, µε αγωγή του, την ανατροπή της συµφωνίας, όσον αφορά στις χρηµατικές αξιώσεις.
Μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαµεσολάβησης αποκλείεται η ανατροπή της συµφωνίας, εξ οιουδήποτε λόγου και η αναζήτηση των καταβληθέντων σε συµµόρφωση αυτής. Τα ίδια αποτελέσµατα επιφέρει και η λύση του γάµου µεταξύ των συζύγων εντός της τριετίας.
Τα θύµατα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται ηθικής συµπαράστασης και της αναγκαίας υλικής συνδροµής από νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργούν ειδικά για τους σκοπούς αυτούς υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και από κοινωνικές υπηρεσίες των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης.
Οι αστυνοµικές αρχές που επιλαµβάνονται, στο πλαίσιο των αρµοδιοτήτων τους, υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας υποχρεούνται, εφόσον το ζητήσει το
θύµα, να ενηµερώσουν αυτό και τους παραπάνω φορείς, ώστε να παρασχεθεί αµέσως η απαραίτητη, κατά περίπτωση, αρωγή.
Σε περίπτωση που η γυναίκα υποστεί κακοποίηση µπορεί:
- Να υποβάλει µήνυση κατά του δράστη(προφορική ή γραπτή) σε οποιοδήποτε αστυνοµικό τµήµα, να ζητήσει την καταγραφή του περιστατικού κακοποίησης στο
βιβλίο συµβάντων του αστυνοµικού τµήµατος και να ζητήσει αντίγραφο - Να ζητήσει από τον εισαγγελέα υπηρεσίας να δώσει έγγραφη εντολή στο αρµόδιο αστυνοµικό τµήµα να καλέσουν τον δράστη προκειµένου να του γίνουν
“συστάσεις” (εάν δεν θέλει να υποβάλει µήνυση εναντίον του). - Να ζητήσει από τον εισαγγελέα να δώσει εντολή στον αρµόδιο ιατροδικαστή να υποβληθεί σε ιατροδικαστική εξέταση. Αφού µεταβεί στην ιατροδικαστική υπηρεσία και υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις µπορεί να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της ιατροδικαστικής εξέτασης.
- Αν πάει σε νοσοκοµείο µπορεί να ζητήσει να καταγραφεί το περιστατικό στο βιβλίο συµβάντων ως κακοποίηση και να κρατήσει αντίγραφο. Μπορεί ακόµα, να ζητήσει την κοινωνική υπηρεσία του νοσοκοµείου, η οποία µπορεί να την στηρίξει σ’ ένα πρώτο επίπεδο, καθώς και να την ενηµερώσει ή και να τη παραπέµψει στους κατάλληλους φορείς.
- Εάν δεν επιθυµεί να επιστρέψει στη συζυγική στέγη µπορεί να µετακοµίσει προσωρινά µε τα ανήλικα της. Καλό όµως είναι να έχει ζητήσει προηγουµένως την
καταγραφή του γεγονότος της κακοποίησης στο βιβλίο συµβάντων της αστυνοµίας ή να στείλει µια εξώδικο δήλωση που να ανακοινώνει στο σύζυγο τη µετοίκιση τη δικής της ή και των παιδιών της.